Δημήτρης Δελλής - Παθολόγος Διατροφολόγος

«Φάρμακό σας ας γίνει η τροφή σας και η τροφή σας ας γίνει φάρμακό σας». Ιπποκράτης 4ο π.Χ. αιώνα

2,5 χιλιάδες χρόνια πριν ο Ιπποκράτης θεωρούσε την διατροφή θεμέλιο λίθο της υγείας. Σήμερα ξερουμε οτι η παχυσαρκία ειναι νόσος (WHO 1997) και πως η σωστή διατροφή αποτελεί ενα σημαντικό Ιατρικό ζήτημα

psychology

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΗΤΙΚΟΥ

Μια από τις πιο σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις των διαβητικών είναι το άγχος, του οποίου η δράση είναι άμεση και έμμεση. Η άμεση επίδραση του άγχους γίνεται μέσω της αύξησης των ορμονών του στρες, η οποία οδηγεί σε αύξηση του επιπέδου της γλυκόζης στο αίμα.

Ο Διαβήτης είναι μια χρόνια, ανίατη ασθένεια με αρκετές ψυχο-κοινωνικές επιπτώσεις που όμως μπορεί να είναι αυτό-διαχειριζόμενη και αυτοελεγχόμενη. Έρευνες έδειξαν ότι ο κακός χειρισμός της ασθένειας οφείλεται περισσότερο στην ανύπαρκτη ψυχοκοινωνική προσαρμογή του ασθενούς (κακή ψυχολογία – απροσάρμοστο περιβάλλον) παρά στην έλλειψη πληροφόρησης (άγνοια), όπως είναι το σύνηθες. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, λοιπόν, τι είναι αυτό που εμποδίζει το άτομο να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο άκουσμα της ασθένειας και μόνο αρχίζουν να φοβούνται. Όταν μάθουν ότι πάσχουν από αυτή την ασθένεια, στη συγκεκριμένη περίπτωση διαβήτη, αρχίζουν να χάνουν την αυτοπεποίθησή τους, γίνονται απαισιόδοξοι, αποκτούν αδικαιολόγητη αγχωτική συμπεριφορά, αρκετοί καταλήγουν σε κατάθλιψη και πολλοί αποκτούν φοβίες σχετικές με την ασθένεια και το πώς θα εξελιχθεί. Όλες αυτές οι ψυχολογικές επιπτώσεις επιβαρύνουν το άτομο ακόμα περισσότερο όταν το περιβάλλον στο οποίο ζει είναι «ακαταλλήλο». Όταν, δηλαδή, οι άνθρωποι με τους οποίους ζει ο διαβητικός είναι ανημέρωτοι σχετικά με το τι είναι διαβήτης, τι πρέπει να κάνουν σε μια πιθανή κρίση του διαβητικού και πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν την κακή ψυχολογία του, έτσι ώστε να μην οδηγηθεί στο περιθώριο.

Με την έλλειψη της αυτοφροντίδας, η οποία οδηγεί σε ελλιπή έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα, κάνει την εμφάνισή της η έμμεση επίδραση του άγχους (Bradley, 1979). Η εμφάνιση της κατάθλιψης είναι ακόμη μια ψυχολογική επίπτωση του διαβήτη. Επειδή κάποια από τα συμπτώματα του διαβήτη όπως η ανορεξία και η εύκολη κόπωση, είναι και συμπτώματα της κατάθλιψης, οι ειδικοί αμφισβητούν πολλές φορές το γεγονός της ύπαρξής της. Πολλές φορές συμβαίνει και το αντίθετό, να διαγνώσκεται κατάθλιψη ενώ δεν υφίσταται. Τα πιο σημαντικά συμπτώματα της κατάθλιψης είναι η αλλαγή στον τρόπο του ύπνου, στη διατροφή, έντονες συναισθηματικές διαταραχές, απομόνωση και να μην μπορεί ο ασθενής να πάρει ευχαρίστηση από ό, τι και να κάνει. Άλλες ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να εμφανίσει ο διαβητικός είναι οι φοβίες και ψυχαναγκαστική συμπεριφορά.

Όπως ειπώθηκε και στην αρχή, ο διαβήτης δεν έχει μόνο ψυχολογικές επιπτώσεις αλλά και κοινωνικές. Η διάγνωση του διαβήτη σε κάποιο μέλος της οικογένειας επηρεάζει τα μέλη της οικογένειας και από την άλλη μεριά η λειτουργικότητα της οικογένειας επηρεάζει την αυτοεπάρκεια του ασθενούς. Οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις στην οικογένεια οδηγούν στην ανεπαρκή υπακοή στον έλεγχο της γλυκόζης, στη δίαιτα και στην ινσουλίνη (Schafer et al.,1986). Ένα από τα πιο σημαντικά αίτια των αρνητικών αλληλεπιδράσεων είναι η ανάγκη για συμπαράσταση στο αγαπημένο μας πρόσωπο. Είναι αρκετές οι στιγμές που θέλοντας να προστατεύσουμε ή να δείξουμε τη συμπόνια μας στον δικό μας άνθρωπο που υποφέρει λόγω της ασθένειας του, υπερβάλλουμε και καταφέρνουμε το αντίθετο. Αυτό σημαίνει πως ίσως δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα ανάμεσα σε εμάς και τον ασθενή γιατί ίσως ο άνθρωπός μας που υποφέρει αισθανθεί αδύναμος και ανήμπορος μπροστά στην ασθένεια του. Ένα άλλο πολύ σημαντικό αίτιο των αρνητικών αλληλεπιδράσεων είναι η άγνοια για την ασθένεια και το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί. Εκεί σίγουρα χρειάζεται ενημέρωση από τον γιατρό για την καλύτερη εξυπηρέτηση του ασθενούς.

Ένα τελευταίο πολύ σημαντικό αίτιο είναι ο θυμός του διαβητικού για τους γύρω του. Οι περισσότεροι διαβητικοί που δεν έχουν δεχτεί την ασθένειά τους θυμώνουν όταν σκέφτονται «…μα γιατί να συμβεί αυτό σε μένα;». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνονται αντιδραστικοί, επιθετικοί και να μην αποδέχονται αυτά που τους λένε οι άνθρωποι στο άμεσο περιβάλλον τους και κατόπιν οι ειδικοί. Πρέπει να σημειωθεί ότι έρευνες έδειξαν πως η ανύπαρκτη υποστήριξη από το άμεσο περιβάλλον του ασθενούς οδηγεί σε ελλιπή έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα και σε ελλιπή κατανόηση της αρρώστιας.
Για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών και των κοινωνικών μεταπτώσεων των διαβητικών, οι ψυχολόγοι υγείας, ειδικοί στις χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης χρησιμοποιούν στην πράξη κάποια θεωρητικά μοντέλα ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Στο διαβήτη, τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται είναι το μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία (Becker, 1974;Jang & Becker, 1984) και η θεωρία της κοινωνικής μάθηση (Rotter et al, 1972;Wallston & Wallston,1983, Bandura,1986).

Το μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία έχει ως βάση την προετοιμασία του ατόμου για τη λήψη κάποιων προληπτικών μέτρων σε θέματα που αφορούν την υγεία του και την τροποποίηση της στάσης ή της συμπεριφοράς του για την καλύτερη αντιμετώπιση του προβλήματος. Η αντίληψη που έχει το άτομο για την πιθανότητα προσβολής του από την αρρώστια και για τη σοβαρότητα της ασθένειας και των συνεπειών της είναι οι δυο πιο σημαντικοί παράγοντες για κινητοποίηση του ασθενούς έτσι ώστε να «πάρει την ασθένειά του στα χέρια του». Τα κίνητρα του διαβητικού είναι η αδιαθεσία λόγω της αύξησης γλυκόζης στο αίμα και η ενημέρωση σχετικά με την ασθένειά του από τον γιατρό. Με αυτά τα κίνητρα, ο ασθενής βάζει δυο στόχους που γίνονται σιγά σιγά τρόπος ζωής. Ο πρώτος είναι ότι ρωτάει και συμβουλεύεται τον προσωπικό του γιατρό για κάθε απορία που του δημιουργείται σχετικά με το διαβήτη του και ο δεύτερος ότι ακολουθεί πιστά τις οδηγίες που του δίνει ο γιατρός. Ο διαβητικός πρέπει να γνωρίζει ότι μπορεί να ελέγξει την ασθένειά του, αλλά δεν μπορεί να την προβλέψει.
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης έχει τρείς διαστάσεις. Η πρώτη είναι ότι το άτομο διαμορφώνει τη συμπεριφορά του μέσω της παρατήρησης της συμπεριφοράς των άλλων. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι οι προσδοκίες του ατόμου για μια καλύτερη υγεία, η πίστη ότι μόνο εκείνος μπορεί να συμβάλλει σε αυτό και η προτεραιότητα της καλής υγείας στη ζωή του οδηγούν το άτομο σε αλλαγή συμπεριφοράς και τη λήψη προληπτικών μέτρων. Τέλος, η τρίτη διάσταση σχετίζεται με την αυτο-αποτελεσματικότητα. Η αυτο-αποτελεσματικότητα είναι η πίστη του ατόμου στις ικανότητες του για την υιοθέτηση μιας προτεινόμενης συμπεριφοράς, η οποία φαίνεται από τον βαθμό προσπάθειας για το επιθυμητό αποτέλεσμα και από την επιμονή στην διάρκεια της προσπάθειας (Bandura, 1984). Έρευνες έχουν δείξει ότι διαβητικοί με υψηλά ποσοστά αυτο -αποτελεσματικότητας ακολουθούν πιστά τη δίαιτα, την φυσική δραστηριότητα και τον έλεγχο γλυκόζης και έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο ζωής.

Τα μοντέλα που προαναφέρθηκαν χρησιμοποιούνται στα πλαίσια κάποιας ψυχολογικής υποστήριξης από τον ψυχολόγο υγείας. Σε πιο σοβαρές καταστάσεις όπου ο ειδικός μπορεί να κρίνει, είναι απαραίτητη η παραπομπή του ασθενούς σε κάποια πιο συστηματική θεραπεία. Έτσι λοιπόν μπορεί να παραπεμφθεί σε γνωσιακή συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία, ομαδική ψυχοθεραπεία, άλλου είδους ψυχοθεραπείες και ίσως χρειαστεί επιπλέον φαρμακευτική αγωγή.

Η βοήθεια που θα πάρει ο ασθενής μαζί με προσωπική δουλειά που θα κάνει ο ίδιος με τον εαυτό του, κατά ένα μεγάλο ποσοστό θα τον οδηγήσουν στους στόχους του που είναι να ξαναποκτήσει υψηλή αυτοεκτίμηση, να ξαναγαπήσει τον εαυτό του, να ενημερώνεται επαρκώς για την ασθένεια του και να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την κάθε μικροεπιπλοκή με τη βοήθεια του γιατρού του.