Δημήτρης Δελλής - Παθολόγος Διατροφολόγος

«Φάρμακό σας ας γίνει η τροφή σας και η τροφή σας ας γίνει φάρμακό σας». Ιπποκράτης 4ο π.Χ. αιώνα

2,5 χιλιάδες χρόνια πριν ο Ιπποκράτης θεωρούσε την διατροφή θεμέλιο λίθο της υγείας. Σήμερα ξερουμε οτι η παχυσαρκία ειναι νόσος (WHO 1997) και πως η σωστή διατροφή αποτελεί ενα σημαντικό Ιατρικό ζήτημα

istoria-paxysarkias

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ…ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ

Αφού γνωρίζουμε ότι επιβιώνει αυτός που έχει την καλύτερη φυσική κατάσταση, γιατί άραγε το σώμα μας παρεκτρέπεται τόσο πρόθυμα;
Και γιατί λαχταράμε αποκλειστικά και μόνο τις τροφές που δεν θα έπρεπε να καταναλώνουμε;

Οι πληροφορίες που αποτυπώθηκαν στα γονίδια μας για την ρύθμιση του βάρους ή της όρεξης μας, διαμορφώθηκαν μέσα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους. Ο προϊστορικός άνθρωπος όμως , ζούσε σε σπηλιές και τότε τα μεγάλα φαγοπότια διαδεχόταν μεγάλα διαστήματα πείνας. Κατά κύριο λόγο, οι προγονοί μας συντηρούνταν με βάση μια διατροφή χωρίς λίπη, που περιελάμβανε άγριο κυνήγι, σπόρους και καρπούς. Έως ότου ένας αγριόχοιρος ή κάποιο άλλο θήραμα έμπαινε στη σπηλιά τους προσφέροντας τον εαυτό του για δείπνο. Και τότε έτρωγαν σαν να μην υπήρχε αύριο, αφού δεν διέθεταν καταψύκτες και, επιπλέον, γνώριζαν καλά ότι μπορεί να περνούσαν μήνες μέχρι να ξανασυναντήσουν ένα τόσο ξεχωριστό γεύμα. Όμως μόνο εκείνοι που το σώμα τους μπορούσε να αποθηκεύσει αρκετό λίπος για να τους συντηρήσει ανάμεσα στα φαγοπότια θα ζούσαν αρκετά, και αυτοί τελικά κληροδότησαν τα γονίδιά τους στους απογόνους τους και τελικά και σ” εμάς. Οι υπόλοιποι αποδεκατίζονταν με τις πρώτες ενδείξεις πείνας.«Στο πέρασμα των αιώνων δεν ήταν πάντα οι πιο λεπτοί αυτοί που επιβίωναν σε πολλές περιπτώσεις, ήταν οι παχύτεροι».

Στα προϊστορικά χρόνια, μια γυναίκα που ζύγιζε 75 κιλά χρειαζόταν περίπου 1.600 θερμίδες την ημέρα μόνο για να σκάψει τη γη και να κυνηγήσει την τροφή της, ενώ για να κρατηθεί στη ζωή χρειαζόταν σε καθημερινή βάση περίπου 3.000 θερμίδες.

Το ανθρώπινο σώμα λοιπόν για να αντισταθμίσει τις υψηλές θερμιδικές του ανάγκες, την στιγμή που η διατροφή ήταν ως επί το πλείστον φτωχή σε θερμίδες, ανέπτυξε πολύπλοκα συστήματα που αντιτίθενται στην απώλεια βάρους και διατηρούν τα υπάρχοντα κιλά, ενώ παράλληλα αποθηκεύουν την παραμικρή ποσότητα προσλαμβανόμενου λίπους.

Στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, οι πλούσιες σε υδατάνθρακες, ίνες και πρωτεΐνες τροφές βρίσκονταν σε αφθονία κι έτσι το σώμα δεν χρειαζόταν να τις αποθηκεύει. Ακόμη και σήμερα, το σώμα μας μπορεί να αποθηκεύσει γλυκογόνο μόνο για τις ανάγκες μιας ημέρας και μικρές ποσότητες πρωτεΐνης, ενώ οι ίνες μας εγκαταλείπουν πριν καλά καλά τις καταναλώσουμε.

Από την άλλη πλευρά, το λίπος ήταν τόσο σπάνιο-αποτελούσε λιγότερο από το 20% της καθημερινής διατροφής της πρωτόγονης γυναίκας, ενώ η ζάχαρη ήταν διαθέσιμη μόνο από τα φρούτα εποχής και το μέλι- που το ανθρώπινο σώμα, αναγνωρίζοντας ότι το λίπος προσφέρει διπλάσιες θερμίδες ανά γραμμάριο σε σχέση με την πρωτεΐνη ή το άμυλο, ανέπτυξε μια απεριόριστη ικανότητα να αποθηκεύει τις επιπλέον θερμίδες. Σήμερα το σώμα μας παραμένει το ίδιο επιδέξιο στο να αποθηκεύει λίπος, απαιτώντας μόνο το 3% των θερμίδων του για να το «συσκευάσει» σε κύτταρα λίπους, αντίθετα με το άμυλο που χρειάζεται το23% των θερμίδων του για να μετατραπεί σε αποθηκεύσιμο γλυκογόνο.

Η Μητέρα Φύση, εκτός από τις εξαιρετικές ικανότητες αποθήκευσης λίπους, προίκισε το σώμα μας και με 50 περίπου ορμόνες, πεπτίδια, νευροδιαβιβαστές κλπ, τα οποία όχι μόνο καθορίζουν την όρεξή μας, αλλά ενθαρρύνουν τις κραιπάλες μας, αφήνοντας μας μετά ένα αίσθημα γλυκιάς ευφορίας.
Η απάντηση λοιπόν βρίσκεται στους προγόνους μας. Και οι μηχανισμοί που συσσωρεύουν λίπος ή μας ωθούν να καταναλώνουμε «κακές τροφές» (με πολλές θερμίδες) διαμορφώθηκαν στην προσπάθεια επιβίωσης του ανθρώπινου είδους.

Όμως οι συνθήκες ζωής άλλαξαν και οι μηχανισμοί αυτοί πια μας οδηγούν στην παχυσαρκία με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Η παχυσαρκία όμως είναι νόσος και οι διατροφικές συνήθειες που έσωσαν το ανθρώπινο είδος στην πορεία του χρόνου, τώρα το σκοτώνουν.
Λύση υπάρχει; Σαφώς ναι! Και είναι η Αλλαγή της Διατροφικής μας Συμπεριφοράς.

Η παχυσαρκία αποτελεί νόσο η οποία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο νοσηρότητας αλλά και θνητότητας κυρίως από καρδιαγγειακά νοσήματα. Η αντιμετώπιση της μειώνει σημαντικά τις επιπτώσεις της και αποτελεί μέγιστη προτεραιότητα για τα συστήματα υγείας.
Οι θεραπευτικοί στόχοι στην αντιμετώπιση του προβλήματος της παχυσαρκίας πρέπει να είναι ρεαλιστικοί. Έτσι, μικρή απώλεια βάρους της τάξης του 5-10% του αρχικού βάρους είναι σημαντική. Συγκεκριμένα, η μείωση του αρχικού σωματικού βάρους κατά 10% έχει ευεργετικές επιδράσεις που συνοψίζονται στα ακόλουθα:

  • Θνητότητα
  • Μείωση >20% ολικής θνητότητας
  • Μείωση >30% των σχετιζόμενων με το ΣΔ θανάτων
  • Μείωση >40% των θανάτων από κακοήθειες που σχετίζονται με τη παχυσαρκία
  • Αρτηριακή πίεση
  • Μείωση 10mmHg η συστολική ΑΠ
  • Μείωση 20mmHg η διαστολική ΑΠ
  • Σάκχαρο
  • Μείωση κατά 50% της γλυκόζης νηστείας στα άτομα με πρωτοεμφανιζόμενο διαβήτη.
  • Λιπίδια
  • Μείωση 10% ολικής χοληστερόλης
  • Μείωση 15% LDL
  • Μείωση 30% τριγλυκεριδίων
  • Αύξηση 8% HDL

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το 1997, εκτιμώντας αυτά τα οφέλη καθορίζει 4 επίπεδα επιτυχίας στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας: Το πρώτο επίπεδο (ιδανικό!) επιτυχούς αντιμετώπισης (που είναι και το πλέον σπάνιο) είναι η επιστροφή στο φυσιολογικό βάρος. Το δεύτερο επίπεδο επιτυχίας (αποτελεί και το πλέον εφικτό και ρεαλιστικό) αφορά στην μέτρια απώλεια βάρους (>10%) που επιφέρει όπως αναφέρθηκε σημαντική μείωση των παραγόντων κινδύνου.
Ένα τρίτο επίπεδο επιτυχούς αντιμετώπισης αποτελεί η έστω και μικρή απώλεια βάρους ενώ το τέταρτο επίπεδο επιτυχίας καθορίζεται από την διατήρηση του σωματικού βάρους και την αποφυγή περαιτέρω αύξησής του (φυσιολογικά ένας ενήλικας αυξάνει ετησίως το βάρος του κατά 0.25-0.5 κιλό).
Η απώλεια βάρους απαιτεί την ενεργό συμμετοχή του ίδιου του ενδιαφερομένου. Οι θεραπευτικοί στόχοι καθορίζονται ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που επιφέρει η παχυσαρκία. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με τον πίνακα που ακολουθεί βασιζόμενος στο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ=BMI) και στη περίμετρο μέσης ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα συνυπάρχοντα νοσήματα που σχετίζονται με τη παχυσαρκία.

Έτσι:

  • Αν το άτομο έχει ΔΜΣ >25 kg/m2 ή περίμετρο μέσης μεγαλύτερη από 88 εκ στις γυναίκες και 102 εκ στους άνδρες προσδιορίζουμε τους παράγοντες κινδύνου (σάκχαρο, αρτηριακή πίεση, δυσλιπιδαιμία). Αν το άτομο έχει ΔΜΣ μικρότερο 25 kg/m2και περίμετρο μέσης χαμηλότερη από αυτήν που προηγουμένως αναφέρθηκε, συνιστάται η διατήρηση του βάρους του στο φυσιολογικό και περιοδικός έλεγχος του βάρους και της περιμέτρου μέσης. (συχνότερα αν στο παρελθόν υπήρξε υπέρβαρο το άτομο).
  • Αν το άτομο
    -έχει ΔΜΣ >25 kg/m2 ή περίμετρο μέσης >88 εκ (γυναίκες)- >102 εκ (άνδρες) και τουλάχιστον 2 παράγοντες κινδύνου ή
    -αν ο ΔΜΣ >30 kg/m2
    και εφόσον ο ασθενής επιθυμεί να χάσει βάρος σε συνεργασία με το γιατρό καθορίζονται οι στόχοι και η στρατηγική για την απώλεια βάρους και για τον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου. Αν ο ασθενής δεν το επιθυμεί, τον συμβουλεύουμε να μην αυξήσει το βάρος του και αντιμετωπίζουμε τους παράγοντες κινδύνου. Αν αποτύχουμε αναζητάμε τα αίτια και ενδεχομένως προχωράμε και σε φαρμακευτική αγωγή.

Η ένδειξη χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής ενώ για το γενικό πληθυσμό αφορά άτομα με ΔΜΣ >30 kg/m2στα άτομα με συνυπάρχοντα νοσήματα (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, στεφανιαία νόσο, υπνική άπνοια) η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για μείωση του σωματικού βάρους μπορεί να γίνει όταν ο ΔΜΣ είναι >27 kg/m2.Η επιλογή του κατάλληλου φαρμακευτικού παράγοντα γίνεται από το θεράποντα γιατρό ο οποίος έχει και την ευθύνη της παρακολούθησης. Η φαρμακευτική αγωγή συνοδεύει πάντα πρόγραμμα διατροφής και σωματικής δραστηριότητας.
Η διατήρηση του θεραπευτικού αποτελέσματος απαιτεί συνεχή παρακολούθηση με πρόγραμμα σωστής διατροφής, ψυχολογικής υποστήριξης, και αυξημένης σωματικής δραστηριότητας. Η τροποποίηση της συμπεριφοράς (κυρίως της διατροφικής) εξασφαλίζει τη μακρόχρονη επιτυχία του προγράμματος.

Στα παιδιά και τους εφήβους δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία για τον ορισμό της παχυσαρκίας (δηλαδή από ποιο βάρος και πάνω ένα παιδί θεωρείται παχύσαρκο). Οι περισσότερες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, βασίζονται στη χρήση πινάκων, όπου καταγράφεται η σχέση του βάρους και του BMI ως προς την ηλικία.

Πρόσφατα καθορίσθηκαν διεθνώς όρια BMI σε παιδιά 2 έως 18 ετών για κατάταξη σωματικού υπέρβαρου και παχυσαρκίας, ανάλογα με αυτά των ενηλίκων.